ΑΠΟΨΕΙΣ

Κουραστήκαμε και κουράσαμε

Διορθώστε με αν κάνω λάθος, αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη και την προσωπική μου ερμηνεία των γεγονότων, οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις καταψηφίσθηκαν –και όχι μόνο: έγιναν, επιπλέον, αποδέκτες του λίθου του αναθέματος– διότι επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν το τεράστιο, άμεσο και επιτακτικό πρόβλημα της αδυναμίας των δημόσιων οικονομικών να στηρίξουν το υφιστάμενο επίπεδο δαπανών μέσω της υπερφορολόγησης και των περικοπών, ενώ παράλληλα κατηγορήθηκαν ότι εξακολουθούσαν να “προστατεύουν” συγκεκριμένες κατηγορίες “ευνοουμένων” και “πελατών”, δεν έπραξαν σχεδόν τίποτε για να βελτιώσουν τη διαφάνεια των δημοσίων αναθέσεων, παρέμειναν δέσμιες οργανωμένων οικονομικών και συντεχνιακών συμφερόντων, διατήρησαν κλειστούς όσους τομείς της οικονομίας παρέμειναν με δική τους ευθύνη επί δεκαετίες κλειστοί, διατήρησαν εν ζωή χιλιάδες οργανισμούς-φαντάσματα ενός δημοσίου του οποίου οι υπηρεσίες μέρα τη μέρα γίνονταν ολοένα και πιο “τριτοκοσμικές”, κυβερνούσαν με ορίζοντα εβδομάδων ή μηνών, ανέθεταν σε προφανώς ανεπαρκή στελέχη τη διαχείριση κρίσιμων τομέων, αδυνατούσαν να συντάξουν και να εφαρμόσουν ένα εθνικό σχέδιο ανάταξης και ανάπτυξης της οικονομίας, περίμεναν σαν τους πραίτορες του καβαφικού ποιήματος τους “βαρβάρους” για να τους παραδώσουν τα κλειδιά της χώρας έξω από τις πύλες των υπουργείων…

Υποτίθεται ότι τον Ιανουάριο του 2015 ο λαός επέλεξε μια εντελώς διαφορετική πορεία με νέους, “άφθαρτους” ανθρώπους στο τιμόνι της χώρας, με εντολή “σύγκρουσης” και “απαγκίστρωσης” – για να θυμηθώ μια πολιτικώς τεθνεώσα μελιστάλακτη ψυχή με πολύ comme-il-faut μουστακάκι και εν γένει ιεροπρεπή εμφάνιση – , με σαρωτικές και οικουμενικές πολιτικές εξαγγελίες οι οποίες, υποτίθεται και πάλι, θα προκαλούσαν παγκόσμιο σεισμό και ριζική πολιτική και κοινωνική στροφή στην Ευρώπη – έτσι δεν έλεγαν; – , με πρόγραμμα του οποίου η ισχυρή αναλγητική δράση θα έστρεφε τη ροή του χρόνου όπως ο Λόγος του Θεού έστρεψε τον Ιορδάνη εις τα οπίσω, καθώς βασιζόταν, τρίτη υπόθεση, στην αδιάλειπτη μαγική ικανότητα του κράτους να δίνει χωρίς να στερεύει κι ακόμη με ισχυρές – έστω και αν εκλογικώς κάθε άλλο παρά ισχυρές αποδείχθηκαν – αναφορές στην “κοινωνία”. Ποια “κοινωνία”; Αυτή που “δεν ήξερε”, που “δεν έφαγε”, που “εξαπατήθηκε”, που ήταν αθώα του αίματος. Όλοι αυτοί οι αθώοι, άμεμπτοι, άμωμοι, άδολοι άνθρωποι δεν ήξεραν τι συνέβαινε επί περίπου σαράντα χρόνια στη χώρα – κι όμως αυτοί ψήφιζαν, αυτοί μπάζωναν τους απιθανοαπίθανους δημόσιους οργανισμούς τύπου “Κωπαΐδας”, αυτοί μάκραιναν τους καταλόγους καταθετών εξωτερικού, αυτοί συνεργούσαν στις συνεχείς αναβιώσεις των κεφαλών της Ύδρας που κατέτρωγαν τα δημόσια οικονομικά – πρωτίστως όμως κατέτρωγαν τις όποιες αντιστάσεις και τις όποιες διαθέσεις για πραγματική αλλαγή υπήρχαν στο μικρό κομμάτι της κοινωνίας που απεχθανόταν τον παρασιτισμό, πλην όμως ήταν αδύνατο να υπάρξει και να αναπτυχθεί δίπλα του. Αν τους ρωτήσετε, όλους αυτούς, τι πιστεύουν για τις τότε επιλογές τους, θα διαπιστώσετε ότι παραμένουν αμετανόητοι. Απλώς δεν τους αρέσουν οι τωρινές, μακροπρόθεσμες συνέπειες των τότε επιλογών τους. Τους άρεσαν όμως, και μάλιστα πολύ, οι άμεσες συνέπειες, τα χρόνια των παχέων αγελάδων που προηγήθηκαν των τωρινών χρόνων των ισχνών αγελάδων.

Στο διάστημα που μεσολάβησε από τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 έως σήμερα ο πολιτικός χρόνος υπήρξε εξαιρετικά πυκνός. Η περίφημη “διαπραγμάτευση” του καταγέλαστου Βαρουφάκη κατέληξε όντως σε ένα φαινόμενο ανάλογο της στροφής των υδάτων του Ιορδάνη εις τα οπίσω. Εν προκειμένω, το περήφανο “Όχι” εστράφη – ω του θαύματος! – σε “Ναι”. Ακολούθησε και δεύτερο θαύμα: η εκλογική επικύρωση της αλλαγής του “Όχι” σε “Ναι” από εκείνους που το διατράνωσαν “έτοιμοι για όλα”. Ο χρόνος που χάθηκε κόστισε στη χώρα ένα τρίτο μνημόνιο και μια πρόσθετη αύξηση του συνολικού χρέους κατά περίπου 80 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι στόχοι περί πλεονασμάτων που έθεσε το νέο μνημόνιο εξακολουθούν να παραμένουν – σύμφωνα με τους εφαρμοστές του – “ανέφικτοι”, η λύση που ακόμη αναζητείται παραμένει “πολιτική”, δηλαδή μη λύση, η γενικότερη άρνηση των κυβερνώντων να κυβερνήσουν επί ένα τουλάχιστον χρόνο συνέδεσε, εκ των πραγμάτων, την οικονομική καχεξία και αδυναμία επίτευξης αποτελεσμάτων με την προσφυγική κρίση και, βέβαια, οι “νέοι και άφθαρτοι” άνθρωποι αποδείχθηκαν, δοκιμαζόμενοι στη λυδία λίθο της εξουσίας, τραγικά ανίκανοι και ανεπαρκείς – σε βαθμό μάλιστα “δικαίωσης” πολλών από τους προκατόχους τους.

Όσο για την πολιτική που εφαρμόζεται, ε, δεν φαντάζομαι να έχει κανείς οποιαδήποτε αντίρρηση ότι και πάλι έχει ορίζοντα εβδομάδων ή μηνών, ότι στηρίζεται στην περαιτέρω υπερφορολόγηση πάντων και πασών και τις οριζόντιες περικοπές, ότι διατηρεί εν ζωή τις πάσης φύσεως “Κωπαΐδες” μη βάζοντας χέρι σε κανέναν άχρηστο οργανισμό του δημοσίου, ότι εξακολουθεί να διατηρεί τους κλειστούς τομείς της οικονομίας κλειστούς, όπως άλλωστε και τα κλειστά επαγγέλματα, ότι εξακολουθεί να μοιράζει δεξιά κι αριστερά, σε φίλους, γνωστούς και “κολλητούς”, απευθείας αναθέσεις, ότι δεκατέσσερις μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας αδυνατεί να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο φορολογικό κι ένα ολοκληρωμένο αναπτυξιακό νομοσχέδιο, ότι επιχειρεί – ακριβώς όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις – να εμφανίσει πλεονάσματα χτισμένα στην άρνηση και την αδυναμία του κράτους να εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις έναντι των ιδιωτών, ότι άγεται και φέρεται από τις εξελίξεις, ικετεύει και εκβιάζει την ελεήμονα διάθεση των “εταίρων και δανειστών”, παραδέρνει στις αντιφάσεις της και τα μηδενικά αποτελέσματά της και, βέβαια, αρνείται τις ευθύνες της.

Εν όψει της υποτιθέμενης ολοκλήρωσης της σάγκας της αξιολόγησης, βλέπουμε να εφαρμόζεται και πάλι η ολέθρια πολιτική Βαρουφάκη χωρίς τον εμπνευστή της: αναβλητικότητα, εφεκτικότητα, ροκάνισμα του χρόνου, “δημιουργική ασάφεια”, προσπάθεια εκβιασμού και σύνδεσης κάποιου είδους ανοχής της οικονομικής και διοικητικής αποτυχίας με άλλα θέματα πολιτικής, δαιμονοποίηση του ξένου παράγοντα και απόπειρα σύνδεσης των “τελικών μέτρων” με έξωθεν επιβολές, ώστε να αποκρυβεί από τον περιούσιο λαό το γεγονός ότι όσο ο χρόνος περνά χωρίς ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς αλλαγή μοντέλου, τόσο ο λογαριασμός μεγαλώνει και οι μέχρι πρότινος εμφανιζόμενοι ως εφικτοί στόχοι καθίστανται ανέφικτοι. Το χρέος είναι μια δυναμική κατάσταση. Το ίδιο και τα ελλείμματα που το τροφοδοτούν. Δεν σταματούν να μεγαλώνουν από μόνα τους. Δεν ορρωδούν προ εξορκισμών και φραστικών εξοβελισμών. Τροφοδοτούνται. Η δε τροφοδότησή τους δεν οφείλεται σε κάποιον υποχθόνιο, ανεπαίσθητο, απρόσωπο αυτοματισμό. Είναι προδήλως και πρωτίστως πολιτική. Είναι προϊόν πολιτικής επιλογής. Η άρνηση της πραγματικότητας φέρνει την άρνηση της φαινομενολογίας της και των αποτελεσμάτων της. Κι αυτή, με τη σειρά της, την άρνηση μιας άλλης πολιτικής.

Κουραστήκαμε και κουράσαμε. Όλα δείχνουν ότι τούτο το μνημόνιο, το τρίτο, θα είναι και το τελευταίο. Ότι δεν θα υπάρξει άλλο όσο κι αν παραστήσουμε τον χτυπημένο απ’ τη μοίρα γυρεύοντας ένα θαύμα απ’ τον Παράκλητο. Επτά χρόνια μετά την πτώχευση της χώρας, εξακολουθούμε να ομιλούμε περί διαγραμμάτων, να δίνουμε διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις που δεν τηρούμε, να μεταθέτουμε ευθύνες, να ερμηνεύουμε μονόμπαντα και μονόφθαλμα τους στόχους περί “πλεονασμάτων” σε φορολογικούς στόχους, αρνούμενοι κάθε άλλη ερμηνεία τους, να διατηρούμε ένα επίπεδο δαπανών που δεν μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε, να αποκρούουμε την πραγματικότητα με συνθήματα γελοιοποιώντας στη συνέχεια τα συνθήματα με την πραγματικότητα και φτου κι απ’ την αρχή, ως γνήσιοι απόγονοι των μυθοποιών του Σισύφου. Και βέβαια, εξακολουθούμε να αναζητούμε εκείνον που βρίσκεται μια βαθμίδα υψηλότερα στην κλίμακα του λαϊκισμού και του πολιτικού αμοραλισμού για να του εμπιστευτούμε τις τύχες μας. Οι πραίτορές μας εξακολουθούν να περιμένουν τους “βαρβάρους” με τα κλειδιά στο χέρι, όχι πια στις εισόδους των υπουργείων αλλά σε σουίτες ξενοδοχείων. Βρίσκετε, αληθινά, να υπάρχει κάτι “νέο” μέσα σε τούτο το μουχλιασμένο, σηπόμενο, αποκρουστικό σκηνικό; Βρίσκετε κάποια ανακούφιση στην κοροϊδία, η οποία στην πραγματικότητα είναι αυτοκοροϊδία; Βρίσκετε κάποιον βάσιμο λόγο για να αισιοδοξείτε στο πολιτικό μας τέναγος;

Όταν μια κατάσταση μοιάζει ολότελα καταδικασμένη, όταν όλα δείχνουν να έχουν χαθεί, κοινωνίες με ισχυρό ψυχικό και ηθικό έρμα δίνουν λύσεις με επιλογές που βασίζονται πάνω σε μιαν ολότελα άγνωστη στη βαλκανική μας αφασία έννοια: τη statesmanship. Δεν είναι τυχαίο ότι χρησιμοποιώ τον όρο στην αγγλική γλώσσα. Βλέπετε, δεν υπάρχει καν κάποια ακριβής, μονολεκτική μεταφορά του στην ελληνική. Άγνωστο είδος, άγνωστη επιλογή σε μια χώρα που εξακολουθεί να πιστεύει ότι η πολιτική είναι “μαγκιά” και να επιλέγει πάντοτε τον καλύτερο εκφραστή της άρνησής της να συμπορευτεί με την πραγματικότητα ως “ηγέτη”, ωσάν όλα να αρχίζουν και να τελειώνουν μ’ ένα μερακλήδικο κι εξουθενωτικό ζεϊμπέκικο…


A.K.

Σχετικά Άρθρα

Εγγραφή
Notify of

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
Back to top button
ΘΡΙΑΣΙΟ